Κάθε φορά που μια γυναικοκτονία γίνεται πρωτοσέλιδο, η κοινωνία μοιάζει να περνά από τα ίδια στάδια. Σοκ. Θυμός. Θλίψη. Δημόσιες συζητήσεις. Αναζητήσεις ευθυνών. Και έπειτα, σχεδόν πάντα, σιωπή. Μέχρι την επόμενη φορά.
Η πρόσφατη γυναικοκτονία στην Καλαμάτα, με τρόπο ιδιαίτερα βίαιο και σκληρό, δεν έρχεται μόνο να προστεθεί σε μια μακρά λίστα εγκλημάτων κατά των γυναικών. Έρχεται να μας υπενθυμίσει κάτι βαθύτερο και ίσως πιο άβολο, ότι η ακραία βία δεν εμφανίζεται ξαφνικά στη ζωή των ανθρώπων. Συνήθως προηγείται μια μακρά διαδρομή. Μια διαδρομή που συχνά περνά απαρατήρητη, όχι επειδή είναι αόρατη, αλλά επειδή έχουμε μάθει να μην τη βλέπουμε.
Ίσως γιατί είναι πιο εύκολο να τρομάζουμε από το τέλος μιας ιστορίας παρά να αναγνωρίζουμε τα σημάδια που προηγήθηκαν.
Όταν ακούμε για μια τέτοια υπόθεση, η σκέψη μας πηγαίνει σχεδόν αυτόματα στη στιγμή του εγκλήματος. Εκεί όπου όλα τελειώνουν. Οι ψυχολόγοι όμως, οι κοινωνικοί επιστήμονες και οι ειδικοί στην ενδοσυντροφική βία στρέφουν το βλέμμα τους αλλού. Αναζητούν όσα συνέβησαν πολύ πριν. Εκεί όπου, συνήθως, όλα ξεκινούν.
Γιατί η βία σπάνια γεννιέται από τη μια μέρα στην άλλη. Γεννιέται μέσα σε μικρές καθημερινές συμπεριφορές που μοιάζουν ασήμαντες όταν τις κοιτάζει κανείς μεμονωμένα. Μέσα σε φράσεις που έχουμε συνηθίσει να ακούμε. Μέσα σε αντιλήψεις που έχουν περάσει από γενιά σε γενιά τόσο αθόρυβα, ώστε πολλές φορές μοιάζουν φυσιολογικές.
«Σε ζηλεύω γιατί σε αγαπώ.»
Ίσως καμία άλλη φράση να μην έχει παρεξηγηθεί τόσο πολύ. Η ζήλια, όταν εμφανίζεται ως στιγμιαίο συναίσθημα, αποτελεί μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας. Η παθολογική ζήλια όμως δεν έχει σχέση με την αγάπη. Έχει σχέση με τον φόβο, την ανασφάλεια και, κυρίως, με την ανάγκη ελέγχου.
Η αγάπη προϋποθέτει εμπιστοσύνη. Ο έλεγχος προϋποθέτει καχυποψία.
Η αγάπη αναγνωρίζει την ελευθερία του άλλου. Ο έλεγχος τη φοβάται.
Και κάπου εκεί αρχίζει να διαγράφεται η διαφορά ανάμεσα σε μια υγιή σχέση και σε μια σχέση που σταδιακά μετατρέπεται σε πεδίο κυριαρχίας.
Στην επιστημονική βιβλιογραφία, η έννοια του coercive control (του εξαναγκαστικού ελέγχου) περιγράφει ακριβώς αυτή τη διαδικασία. Δεν αφορά απαραίτητα τη σωματική βία. Τουλάχιστον όχι στην αρχή. Αφορά την αργή και συστηματική συρρίκνωση της ελευθερίας ενός ανθρώπου. Την ανάγκη να ξέρεις πού βρίσκεται. Με ποιους μιλά. Τι φορά. Τι δημοσιεύει. Πότε απαντά στο τηλέφωνο. Πώς σκέφτεται… Και όσο περισσότερο συρρικνώνεται η ελευθερία, τόσο περισσότερο διευρύνεται η εξουσία.
Αυτό που συχνά δεν αντιλαμβανόμαστε είναι ότι οι περισσότερες γυναίκες δεν ξυπνούν ένα πρωί και συνειδητοποιούν ότι βρίσκονται σε μια κακοποιητική σχέση. Αν συνέβαινε έτσι, ίσως να ήταν ευκολότερο να φύγουν. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Η ψυχολογική χειραγώγηση λειτουργεί σταδιακά. Μοιάζει με τη διάβρωση ενός βράχου από το νερό. Καμία σταγόνα από μόνη της δεν φαίνεται ικανή να προκαλέσει ζημιά. Χιλιάδες σταγόνες όμως μπορούν να αλλάξουν ολόκληρο το σχήμα του. Κάπως έτσι λειτουργεί και το gaslighting.
Δεν είναι ένα ψέμα. Δεν είναι ένας απλός καβγάς. Δεν είναι μια κακή στιγμή. Είναι η επαναλαμβανόμενη αμφισβήτηση της πραγματικότητας του άλλου ανθρώπου.
«Υπερβάλλεις», «Δεν το θυμάσαι σωστά», «Το φαντάστηκες», «Πάλι δραματοποιείς τα πράγματα.» Στην αρχή η γυναίκα αμφισβητεί τη συγκεκριμένη στιγμή. Αργότερα αμφισβητεί την κρίση της. Και κάποια στιγμή αρχίζει να αμφισβητεί τον ίδιο της τον εαυτό. Αυτή είναι ίσως η πιο σιωπηλή μορφή βίας. Δεν αφήνει σημάδια στο σώμα. Αφήνει όμως σημάδια στην αυτοεικόνα, στην αυτοεκτίμηση και στην αίσθηση της πραγματικότητας.
Γι’ αυτό και το ερώτημα «γιατί δεν έφυγε;» αποτυγχάνει τόσο συχνά να περιγράψει την πραγματικότητα. Δεν λαμβάνει υπόψη του ότι πολλές γυναίκες έχουν ήδη απομακρυνθεί από φίλους, οικογένεια και υποστηρικτικά πρόσωπα. Ότι μπορεί να φοβούνται. Ότι μπορεί να ντρέπονται. Ότι μπορεί να έχουν πειστεί πως οι ίδιες ευθύνονται για όσα συμβαίνουν.
Πάνω απ’ όλα, δεν λαμβάνει υπόψη του ότι η κακοποίηση δεν καταστρέφει μόνο την ασφάλεια. Διαβρώνει, την πεποίθηση ότι αξίζεις κάτι καλύτερο. Αυτό είναι ίσως το πιο τραγικό της αποτέλεσμα.
Οι έρευνες δείχνουν ότι πολλές γυναίκες που βρίσκονται σε κακοποιητικές σχέσεις δεν χάνουν μόνο την αίσθηση ασφάλειας. Χάνουν σταδιακά την αίσθηση του εαυτού τους.
- Δεν αναγνωρίζουν πια τις επιθυμίες τους.
- Δεν εμπιστεύονται τις αποφάσεις τους.
- Δεν θυμούνται πώς ήταν να ζουν χωρίς φόβο.
Από την άλλη πλευρά, η ψυχολογία του θύτη παραμένει ένα δύσκολο και συχνά παρεξηγημένο πεδίο. Η έρευνα δεν μιλά για «τέρατα». Μιλά για ανθρώπους που έχουν αναπτύξει βαθιά δυσλειτουργικές αντιλήψεις γύρω από την εξουσία, την απόρριψη, την κτητικότητα και τις σχέσεις. Η κατανόηση αυτών των μηχανισμών είναι απαραίτητη για την πρόληψη. Δεν είναι όμως δικαιολογία. Ο πόνος δεν δικαιολογεί τη βία. Η ανασφάλεια δεν δικαιολογεί τη βία. Η απόρριψη δεν δικαιολογεί τη βία. Τίποτα δεν τη δικαιολογεί.
Ίσως τελικά κάθε γυναικοκτονία να μας θέτει το ίδιο ερώτημα. Όχι μόνο για τον δράστη ή το θύμα. Αλλά για όλους μας!
Για τις λέξεις που επιλέγουμε. Για όσα δικαιολογούμε. Για όσα προσπερνάμε. Γιατί η κοινωνία δεν συμμετέχει μόνο μέσα από τις πράξεις της. Συμμετέχει και μέσα από τις αφηγήσεις της. Κάθε φορά που λέμε «τα είχαν τα προβλήματά τους», θολώνουμε την πραγματική φύση της βίας. Κάθε φορά που ερμηνεύουμε τη ζήλια ως απόδειξη αγάπης, διδάσκουμε στις επόμενες γενιές ότι ο έλεγχος μπορεί να μοιάζει με ενδιαφέρον. Και κάθε φορά που αναζητούμε τι έκανε μια γυναίκα αντί να εξετάζουμε τις επιλογές εκείνου που άσκησε τη βία, μετακινούμε την ευθύνη από εκεί όπου πραγματικά ανήκει.
Οι λέξεις δεν είναι ποτέ αθώες. Μπορούν να γίνουν καταφύγιο. Μπορούν όμως να γίνουν και σιωπηλοί σύμμαχοι μιας κουλτούρας που δυσκολεύεται ακόμη να αναγνωρίσει τη βία όταν αυτή εμφανίζεται ντυμένη με τον μανδύα της αγάπης. Η υπόθεση της Καλαμάτας δεν πρέπει να μείνει στη μνήμη μας ως ένας αριθμός, ως μια σοκαριστική λεπτομέρεια ή ως μια ακόμη τραγική είδηση που θα ξεχαστεί όταν έρθει η επόμενη. Πρέπει να μείνει ως υπενθύμιση.
Ότι οι γυναικοκτονίες εμφανίζονται από το πουθενά. Πριν από την ακραία πράξη, συχνά υπάρχει μια μακρά περίοδος σιωπής. Πριν από τη σωματική βία, υπάρχει ο έλεγχος. Πριν από τον φόβο, υπάρχει η σταδιακή απώλεια της ελευθερίας.
Και πριν από το τέλος, υπάρχουν συνήθως σημάδια που κάποιοι είδαν, κάποιοι υποτίμησαν και κάποιοι φοβήθηκαν να ονομάσουν.
- Η παθολογική ζήλια.
- Η απομόνωση.
- Η συνεχής επιτήρηση.
- Η χειραγώγηση.
- Οι απειλές που παρουσιάζονται ως ενδιαφέρον.
- Οι περιορισμοί που βαφτίζονται προστασία.
- Οι συμπεριφορές που κάνουν έναν άνθρωπο να μικραίνει λίγο περισσότερο κάθε μέρα για να χωρέσει στις ανασφάλειες κάποιου άλλου.
Ίσως η σημαντικότερη πράξη πρόληψης να είναι ακριβώς αυτή: να μάθουμε να αναγνωρίζουμε αυτά τα σημάδια πριν γίνουν κανονικότητα. Να ονομάζουμε τη βία πριν γίνει ακραία. Να ακούμε πιο προσεκτικά όσα λέγονται ψιθυριστά και όσα δεν λέγονται καθόλου.
Γιατί η αγάπη δεν έχει ανάγκη από φόβο για να υπάρξει. Δεν χρειάζεται έλεγχο για να επιβεβαιωθεί. Δεν χρειάζεται υποταγή για να επιβιώσει. Η αγάπη προϋποθέτει ελευθερία.
Και όπου η ελευθερία χάνεται, όπου η αξιοπρέπεια συρρικνώνεται και όπου ο φόβος γίνεται καθημερινότητα, μπορεί να υπάρχουν πολλά πράγματα. Αγάπη, όμως, όχι.
Και καμία γυναίκα δεν γεννήθηκε για να επιβιώνει μέσα σε μια σχέση. Γεννήθηκε για να ζει.
Από: Σεμέλη Λουκία Σολέα (Πτυχιούχος Ψυχολογίας)

